Orario
Facebook Instagram Youtube
Categories
Blog

Τεστ Παπ: Κάθε πότε πρέπει να γίνεται και γιατί;

To Τεστ Παπ είναι η πιο συνηθισμένη γυναικολογική εξέταση για την ανίχνευση καρκίνου στον τράχηλο της μήτρας. Ο εξιδεικευμένος γυναικολόγος συλλέγει κύτταρα από τον τράχηλο και στην συνέχεια ερευνά τυχόν αλλοιώσεις. Όταν η γυναίκα έχει ξεπεράσει την ηλικία των 30  μπορεί να συνδυαστεί με τεστ για τον ιό των ανθρώπινων θηλωμάτων (HPV). Πρόκειται για μια συνηθισμένη σεξουαλικώς μεταδιδόμενη λοίμωξη που μπορεί να προκαλέσει καρκίνο του τραχήλου της μήτρας.

Χάρη στο τεστ παπ, μπορεί να εξασφαλιστεί η έγκαιρη ανίχνευση προκαρκινικών κυττάρων και να θεραπευτεί αποτελεσματικά ο καρκίνος, όταν ακόμη βρίσκεται στο πρώιμο στάδιο. Στις περισσότερες χώρες οι γυναίκες ξεκινούν να κάνουν τεστ Παπ στην ηλικία των 21 ετών και να το επαναλαμβάνουν κάθε τρία χρόνια μέχρι την ηλικία των 65 ετών. Αν ο οργανισμός μιας γυναίκας, ωστόσο, έχει ορισμένα χαρακτηριστικά που αυξάνουν τις πιθανότητες κινδύνου, ο γυναικολόγος μπορεί να την παροτρύνει να κάνει πολύ συχνότερα τεστ. Οι παράγοντες που καθιστούν πιο ευάλωτες τις γυναίκες στον καρκίνο του τραχήλου είναι

 

  • Έκθεση στη διαιθυλοστιλβεστρόλη (DES) πριν από τη γέννηση
  • HIV λοίμωξη
  • Εξασθένηση του ανοσοποιητικού συστήματος λόγω μεταμόσχευσης οργάνων ή χημειοθεραπείας
  • Χρόνιο κάπνισμα

τεστ παπ

 

Τεστ Παπ – Πώς γίνεται;

Είναι σημαντικό η γυναίκα να αποφύγει τη σεξουαλική επαφή δύο ημέρες πριν πραγματοποιηθεί το τεστ παπ. Επίσης, συνίσταται να μην γίνεται τεστ παπ την περίοδο που η γυναίκα έχει έμμηνο ρύση. Αφού γδυθεί η ασθενής, ο γυναικολόγος εισάγει ένα ειδικό εργαλείο στον κόλπο ώστε να εξετάσει τον τράχηλο. Ταυτόχρονα γίνεται και λήψη των κυττάρων του τραχήλου. Αν το δείγμα των κυττάρων φανερώσει κάποια αλλοίωση, ο γυναικολόγος θα παραπέμψει την ασθενή σε περαιτέρω γυναικολογικές εξετάσεις. Μερικές από αυτές είναι η κολποσκόπηση και η καλλιέργεια κολπικού υγρού.

Το τεστ Παπ έχει πάρα πολύ υψηλά ποσοστά αξιοπιστίας. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όμως, μπορεί να χρειαστεί να επαναληφθεί. Αν η ασθενής πάσχει από κάποια φλεγμονή, η οποία δεν έχει προλάβει να θεραπευτεί ή αν υπάρχει βλέννα ή αίμα σε τόσο μεγάλη ποσότητα που να κρύβει τα κύτταρα του τραχήλου, τότε η διαδικασία ίσως δεν λειτουργήσει ομαλά. Καμιά φορά ενδεχομένως και το δείγμα που θα μεταφερθεί στον κυτταρολόγο για εξέταση να είναι ελλιπές με αποτέλεσμα να χρειαστεί να ξαναγίνει το τεστ για να γίνει λήψη μεγαλύτερου δείγματος.

Σε περίπτωση που το αποτέλεσμα εμφανίσει μη φυσιολογικά κύτταρα δε σημαίνει ότι η ασθενής πάσχει από καρκίνο του τραχήλου. Αντιθέτως, μπορεί να ισχύουν μία από τις παρακάτω περιπτώσεις:

 

  • Καρκίνωμα
  • Άτυπα κύτταρα απροσδιορίστου σημασίας (ASCUS)
  • Ήπια αλλοίωση (LSIL)
  • Μέτρια ή σοβαρή αλλοίωση (HGSIL)

 

Είναι απαραίτητο κάθε γυναίκα να φροντίζει την υγεία της, ειδικά όταν πρόκειται για ένα τόσο σοβαρό θέμα, όπως ο καρκίνος. Η τακτική παρακολούθηση του γυναικολογικού συστήματος είναι η καλύτερη πρόληψη για οποιοδήποτε πρόβλημα.

 

Ο προληπτικός έλεγχος αποτελεί επιτακτική ανάγκη για κάθε γυναίκα. Σε οποιαδήποτε ένδειξη συμπτώματος η γενικότερου προβληματισμού απευθυνθείτε στον εξιδεικευμένο Γυναικολόγο – Μαιευτήρα Νικόλαο Γεωργογιάννη για μία εξατομικευμένη διάγνωση και αντιμετώπιση.

 

Ο γυναικολόγος λαμβάνει ένα δείγμα κυττάρων από τον τράχηλο με τη βοήθεια μιας σπάτουλας και από τον ενδοτραχηλικό σωλήνα και τη ζώνη μετάπλασης με ένα βουρτσάκι. Μετά τη λήψη, το δείγμα επιστρώνεται σε γυάλινα πλακίδια, όπου μονιμοποιείται με τη χρήση ειδικού σπρέι και αποστέλλεται στο εργαστήριο. Τέλος, ελέγχεται από τον κυτταρολόγο, ώστε να βγάλει τα αποτελέσματα.

Γενικά είναι μια εξέταση που αφορά στις γυναίκες που είναι σεξουαλικά ενεργές.  Προτείνεται να ελέγχονται κάθε 1 με 3 χρόνια, εκτός αν υπάρχει πρόβλημα υγείας, και πρέπει να το παρακολουθούν συχνότερα. Από τα 65 έτη και έπειτα, συνήθως δεν συνίσταται τεσπ-παπ. Βέβαια για οτιδήποτε κάνουμε, συμβουλευόμαστε τον/την γυναικολόγο μας.

Όπως πριν από κάθε εξέταση, έτσι και στο τεστ παπ υπάρχουν ορισμένες οδηγίες που πρέπει να ακολουθούν οι γυναίκες για να υποβληθούν σε αυτό και να έχει επιτυχία. Πιο συγκεκριμένα θα πρέπει: Η εξεταζόμενη 48 ώρες πριν να μην έχει κάνει κολπικές πλύσεις, να μην έχει έρθει σε σεξουαλική επαφή, και να μην έχει χρησιμοποιήσει ταμπόν. Επίσης, σε περίπτωση που λαμβάνει ενδοκολπική αγωγή, το τεστ παπ μπορεί να γίνει τουλάχιστον μια εβδομάδα μετά την διακοπή της.

Το τεστ παπ είναι η πιο σημαντική προληπτική γυναικολογική εξέταση. Είναι απαραίτητο να γίνεται με συνέπεια, καθώς επιτυγχάνει: έγκαιρη διάγνωση βλαβών (πχ Σεξουαλικώς Μεταδιδόμενα Νοσήματα, καρκίνος, λοιμώξεις κλπ), και ορμονική αξιολόγηση τραχήλου. Υπάρχει το κλασσικό τεστ παπ που πειγράφεται παραπάνω και το τεστ παπ υγρής φάσης (thin prep) το οποίο έχει μεγαλύτερη ειδικότητα και ευαισθησία στην ανίχνευση του hpv.Με το  μπορούμε να κάνουμε και  hpv DNA TEST  για να ταυτοποιήσουμε τον τύπο ή τους τύπους  που έχουν προσβάλει την γυναίκα.

κρυοσυντήρηση ωαρίων

Leave a Reply

Your email address will not be published.

ΚΑΛΕΣΤΕ ΜΑΣ
ΚΛΕΙΣΤΕ ΡΑΝΤΕΒΟΥ